Οστεοπόρωση

Πρόκειται για μία συστηματική σκελετική νόσο, που χαρακτηρίζεται από μείωση της οστικής μάζας και διαταραχή της μικροαρχιτεκτονικής του οστίτη ιστού. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της μηχανικής αντοχής των οστών και την αύξηση του κινδύνου καταγμάτων. Η μείωση της οστικής μάζας οφείλεται σε διαταραχή της ισορροπίας μεταξύ παραγωγής και απορρόφησης του οστού. Η απορρόφηση υπερτερεί. Δημιουργείται, δηλαδή, αυξημένη οστική απορρόφηση που οφείλεται σε αυξημένη δραστηριότητα των οστεοκλαστών, αλλά και σε διαταραχές του μεταβολισμού ασβεστίου και βιταμίνης D. Εμφανίζεται με δύο μορφές, ως γενικευμένη και ως τοπική. Η γενικευμένη διαιρείται σε πρωτοπαθή και δευτεροπαθή. Η πρωτοπαθής εμφανίζεται με τρεις κλινικούς τύπους: α) τη μετεμμηνοπαυσιακή ή τύπου Ι, β) τη γεροντική ή τύπου ΙΙ και γ) την ιδιοπαθή νεανική οστεοπόρωση. Οι δύο πρώτοι τύποι είναι και οι συχνότεροι.
Προσβάλλει κυρίως γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση και λιγότερα συχνά άνδρες της τρίτης ηλικίας. Το τελικό κλινικό της αποτέλεσμα είναι τα κατάγματα, κυρίως σε: α) σπονδύλους, β) άνω άκρο μηριαίου οστού, γ) άνω άκρο βραχιονίου οστού, δ) κάτω άκρο της κερκίδας.
Παράγοντες κινδύνου αποτελούν:
  • H ελαττωμένη κορυφαία οστική πυκνότητα. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη οστική πυκνότητα που εμφανίζεται στη ζωή ενός ατόμου. Επιτυγχάνεται στους άνδρες στο 30ο έτος της ηλικίας και στις γυναίκες στο 25ο έτος.
  • Η πρόωρη εμμηνόπαυση, πριν από το 40ο έτος της ηλκίας. Η γυναίκα μετά την εμμηνόπαυση χάνει φυσιολογικό οστό 1-1,5% ανά έτος.
  • Οι διαιτητικές συνήθειες. Δίαιτα πλούσια σε πρωτείνες και πτωχή σε ασβέστιο και βιταμίνη D, κατάχρηση οινοπνεύματος και καφείνης, κάπνισμα.
  • Καθιστική ζωή.
  • Σωματότυπος - σωματικό βάρος. Η οστεοπορωτική γυναίκα είναι αδύνατη, ανοιχτόχρωμη.
Στις απλές ακτινογραφίες η οστεοπόρωση απεικονίζεται όταν ο σκελετός έχει χάσει το 30% της οστικής του μάζας. Εμφανίζεται αρχικά με αραίωση των οστικών δοκίδων και λέπτυνση του φλοιού.​
Για την εκτίμηση του βαθμού οστεοπόρωσης και τη μέτρηση της οστικής πυκνότητας εφαρμόζεται η διπλή φωτονιακή απορροφησιομέτρηση με ακτίνες Χ (DEXA). Με τη μέθοδο αυτή μετράται η οστική πυκνότητα στους σπονδύλους και στη κεφαλή του μηριαίου οστού σε σχέση με νέα υγιή άτομα, με τη χρήση του T-score. Οστική πυκνότητα με T-score +2,5 έως -1 SD θεωρείται φυσιολογική. Από -1 έως -2,5 SD χαρακτηρίζεται ως οστεοπενία και κάτω από -2,5 SD καλείται οστεοπόρωση.
Στόχος της θεραπείας είναι η διατήρηση της οστικής μάζας ή η μείωση του ρυθμού της οστικής απώλειας και τελικά η μείωση του κινδύνου πρόκλησης καταγμάτων. Συνίσταται σε: 
  • Φυσική άσκηση.
  • Δίαιτα πλούσια σε ασβέστιο.
  • Φαρμακευτική αγωγή. Χορηγούνται: α) αντιοστεολυτικά ή αντιοστεοκλαστικά (οιστρογόνα, διφωσφονικά, καλσιτονίνη), β) οστεοπαραγωγικά ή οστεοβλαστικά (παραθορμόνη, στεροειδή), γ)  σκευάσματα ασβεστίου και βιταμίνης D.
2018 GREECE © ΧΥΤΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΕΙΡΟΥΡΓΟΣ ΟΡΘΟΠΑΙΔΙΚΟΣ MSc. ALL RIGHTS RESERVED.